Ποιοι είμαστε
Αρχική Ανακριβές γράφημα του ΕΟΔΥ αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολιασμών κατά της COVID-19ΥΓΕΙΑ

Ανακριβές γράφημα του ΕΟΔΥ αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολιασμών κατά της COVID-19

3 Αυγ
2021

@

Ευαίσθητο περιεχόμενο

Αυτή η εικόνα περιέχει ευαίσθητο περιεχόμενο το οποίο μπορεί για κάποιους χρήστες μπορεί να είναι προσβλητικό ή ενοχλητικό

Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε πριν 5 έτη.

Ισχυρισμός:

Σύμφωνα με γράφημα του ΕΟΔΥ τα εμβόλια για την COVID-19 φαίνεται πως εμφανίζουν σχετική μείωση κινδύνου νόσησης 97%, κινδύνου διασωλήνωσης 99% και κινδύνου θανάτου 98%.

Συμπέρασμα:

Το επίμαχο γράφημα δεν λαμβάνει υπόψη πολλές πιθανές διαφορές μεταξύ των πλήρως εμβολιασμένων και μη ατόμων, και δεν εκτιμά ορθά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού κατά της COVID-19. Χαρακτηριστικά, δεν συνυπολογίζει τη σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης των μη πλήρως εμβολιασμένων, γεγονός που υπερτιμά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού. Ωστόσο, και όταν λαμβάνεται υπόψη αυτή η παρατήρηση, η προστασία παραμένει άνω του 85%, και θα μπορούσε να είναι ακόμη υψηλότερη σε πιο ορθές συγκρίσεις. Παράλληλα, ανασκόπηση του ECDC επιβεβαιώνει πως, παρότι ο εμβολιασμός δεν φτάνει συχνά το 97-99% αποτελεσματικότητας που επικαλείται το επίμαχο γράφημα, παραμένει πολύ υψηλός έπειτα από δύο δόσεις εμβολιασμού, ειδικά ως προς τη βαριά νόσηση.

Στις 30-7-2021, η σελίδα Facebook του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας δημοσίευσε γράφημα σύγκρισης των επιπτώσεων της COVID-19 σε πλήρως εμβολιασμένους και μη πολίτες, μεταξύ άλλων συμπεραίνοντας 97% αποτελεσματικότητα κατά της λοίμωξης από τον ιό SARS-CoV-2. Ωστόσο στο εν λόγω γράφημα εντοπίζονται προβλήματα στις στατιστικές μεθόδους που επιστρατεύτηκαν για την εξαγωγή των ποσοστών που παρουσιάζει.

Παραθέτουμε την επίμαχη ανάρτηση:

Παρακάτω βλέπουμε την εικόνα του γραφήματος σε καλύτερη ανάλυση. Σε αυτό το γράφημα παρουσιάζεται ο αριθμός των πλήρως και μη πλήρως εμβολιασμένων ενηλίκων κατοίκων της Ελλάδας, και έπειτα ο αριθμός των κρουσμάτων, διασωληνώσεων και θανάτων σε κάθε ομάδα συνολικά, μεταξύ 1-1-2021 και 26-7-2021. Τέλος, το γράφημα κάνει λόγο για σχετικές μειώσεις κινδύνου νόσησης 97%, κινδύνου διασωλήνωσης 99% και κινδύνου θανάτου 98%.

Τι ισχύει

Για να υπολογιστούν τα ποσοστά αποτελεσματικότητας της προστασίας για κάθε έκβαση από τη νόσηση με COVID-19, όπως αυτά παρουσιάζονται στο γράφημα, χρησιμοποιούνται άμεσες συγκρίσεις της συχνότητας εμφάνισης κάθε έκβασης μεταξύ των δειγμάτων των πλήρως εμβολιασμένων και των μη. Έτσι, στους μη πλήρως εμβολιασμένους, η συχνότητα κρουσμάτων ήταν 7%, ενώ στους πλήρως εμβολιασμένους ήταν 0.17%, που αντιστοιχεί σε μείωση συχνότητας επιπέδου 97.6%.

Σε ιδανικές συνθήκες, αυτή η μείωση θα ταυτιζόταν με την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού, όπως δείχνει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σε δικό του εκλαϊκευμένο γράφημα αναφορικά με τον υπολογισμό της αποτελεσματικότητας του εμβολιασμού.

Αυτές οι ιδανικές συνθήκες όμως, αφορούν τη σύγκριση μεταξύ δύο δειγμάτων που είναι πλήρως όμοια. Συγκεκριμένα οι συγκρίσεις γίνονται μεταξύ ατόμων με ίδια ηλικία, φύλο, υπόβαθρο υγείας, διάρκεια παρακολούθησης και ούτω καθεξής. Πρακτικά υπάρχουν πολυάριθμοι κρυφοί παράγοντες διαφοροποίησης που δεν μπορούν να ληφθούν εύκολα υπόψη, και γι’ αυτό ο πλέον αξιόπιστος τρόπος μελέτης της αποτελεσματικότητας, είναι η τυχαιοποίηση. Με απλά λόγια, διαχωρίζουμε όσους πρόκειται να εμβολιαστούν και όσους δεν θα εμβολιαστούν σε δύο ομάδες με τυχαιοποιημένο τρόπο, έτσι ώστε ούτε οι συμμετέχοντες ούτε οι ερευνητές που διεξάγουν τη μελέτη να γνωρίζουν ποιος θα λάβει το πραγματικό εμβόλιο και ποιος όχι (randomized double blind placebo controlled trial). [πηγή 1][πηγή 2]

Ωστόσο, ακόμα και σε αυτές τις ιδιαίτερα αυστηρές συνθήκες, δεν εξασφαλίζονται οι πιο ακριβείς εκτιμήσεις αποτελεσματικότητας σε πραγματικές συνθήκες. Έτσι, στις μελέτες και των 4 εμβολίων κατά του κορωνοϊού που έχουν εγκριθεί προς το παρόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν χρησιμοποιήθηκαν άμεσες συγκρίσεις μείωσης συχνότητας περιστατικών COVID-19, αλλά στατιστικά μοντέλα που έλαβαν τουλάχιστον υπόψη τη διαφορετική διάρκεια παρακολούθησης διαφορετικών συμμετεχόντων. [πηγή 1][πηγή 2][πηγή 3][πηγή 4]

Η διάρκεια παρακολούθησης αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα για την ακριβή εκτίμηση της αποτελεσματικότητας, καθώς μια από τις βασικές αρχές του επίμαχου πεδίου μελέτης αφορά το ρίσκο στο οποίο είναι εκτεθειμένος ο εκάστοτε ασθενής. Έτσι, ένας εμβολιασμένος που παρακολουθείται για 1 μήνα και δεν έχει νοσήσει, δεν στοιχειοθετεί την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού στον ίδιο βαθμό με έναν εμβολιασμένο ο οποίος δεν έχει νοσήσει για 6 μήνες.

Το θεμελιώδες πρόβλημα του επίμαχου γραφήματος λοιπόν, είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές των πλήρως εμβολιασμένων και μη δειγμάτων, με πιο χαρακτηριστική τη διαφορά του χρόνου παρακολούθησης. Ενώ τα 4 εκατομμύρια ανεμβολίαστων που λαμβάνονται υπόψη παρακολουθήθηκαν για ολόκληρο το διάστημα των σχεδόν 8 μηνών, οι περισσότεροι πλήρως εμβολιασμένοι που τοποθετήθηκαν στη σύγκριση παρακολουθήθηκαν για σημαντικά λιγότερο, γεγονός που υπερτιμά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού.

Μεταξύ πολλών σχολιαστών που επισήμαναν τα προβλήματα του επίμαχου γραφήματος, ήταν ο καθηγητής Θεόδωρος Λύτρας και ο Δρ. Βασίλειος Μαργαρίτης:

Για τον βέλτιστο τρόπο υπολογισμού της αποτελεσματικότητας στην προκειμένη περίπτωση, ανατρέξαμε σε πανεθνική μελέτη από το Ισραήλ, που δημοσιεύτηκε το Μάιο του 2021 στο αναγνωρισμένο επιστημονικό περιοδικό Lancet. Στην ενότητα της στατιστικής μεθοδολογίας της μελέτης, διαβάζουμε ότι πρώτα υπολογίστηκε το συνολικό πλήθος των ημερών για τις οποίες παρακολουθήθηκε το δείγμα των πλήρως εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων. Έπειτα, εφαρμόστηκε ένα στατιστικό μοντέλο που έλαβε υπόψη την ηλικιακή ομάδα, το φύλο και την ημερομηνία που αφορούσαν το κάθε κρούσμα COVID-19, με σκοπό την ακριβέστερη δυνατή εκτίμηση της αποτελεσματικότητας του εμβολιασμού με το σκεύασμα των Pfizer/BioNTech.

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο αντίστοιχο στατιστικό μοντέλο για την Ελλάδα, καθώς ο ΕΟΔΥ δεν έχει δημοσιοποιήσει τα απαιτούμενα δεδομένα. Μπορούμε ωστόσο να εκτιμήσουμε ακριβέστερα την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού από το επίμαχο γράφημα, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά διαστήματα παρακολούθησης των δύο ομάδων.

Για τον εν λόγω υπολογισμό, αρχικά ανατρέξαμε στα δεδομένα των ελληνικών εμβολιασμών που έχει συλλέξει η πρωτοβουλία Our World In Data από την επίσημη ιστοσελίδα στατιστικών της Ελληνικής Κυβέρνησης. Λάβαμε υπόψη τα αντίστοιχα στατιστικά από 1-1-2021 μέχρι και τις 26-7-2021, όπως και στο επίμαχο γράφημα.

Παρακάτω μπορούμε να δούμε την διαρκή αύξηση των πλήρως εμβολιασμένων ενηλίκων από τις αρχές του 2021, με την αντίστοιχη μείωση των μη πλήρως εμβολιασμένων:

Στο επόμενο γράφημα μπορούμε να δούμε τη διαφορά των συνολικών ημερών παρακολούθησης για τις δύο ομάδες. Έτσι, στις 26-7-2021, οι μέρες παρακολούθησης των πλήρως εμβολιασμένων ήταν περίπου 80% λιγότερες από αυτές των μη πλήρως εμβολιασμένων, γεγονός που ευθύνεται σε κάποιο βαθμό για το γεγονός ότι η πρώτη ομάδα παρουσίασε λιγότερα κρούσματα.

Αφού υπολογίσαμε τη συχνότητα εμφάνισης της κάθε έκβασης COVID-19 ως προς τις συνολικές μέρες παρακολούθησης της κάθε ομάδας (Incidence Rate – IR), υπολογίσαμε τη συγκριτική συχνότητα μεταξύ των δύο ομάδων (Incidence Rate Ratio – IRR), την οποία τέλος μεταφράσαμε σε αποτελεσματικότητα εμβολιασμού. Το αναλυτικό υπολογιστικό φύλλο με όλες τις παραπάνω πράξεις είναι διαθέσιμο εδώ.

Συμπερασματικά, μεταξύ πλήρως εμβολιασμένων και μη, εκτιμάται αποτελεσματικότητα:

  • 85.67% έναντι της νόσησης COVID-19
  • 94.40% έναντι της διασωλήνωσης COVID-19
  • 88.31% έναντι του θανάτου COVID-19

Ταυτόχρονα όμως, χρειάζεται να σημειωθεί ότι η παραπάνω εκτίμηση υποτιμά τη συνολική προστασία του πλήρους εμβολιασμού, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη καθυστέρηση 1 με 2 εβδομάδων από τη χορήγηση της δεύτερης δόσης, που είναι απαραίτητη για να μεγιστοποιηθεί η προστασία. Επίσης, στους μη πλήρως εμβολιασμένους τοποθετήθηκαν και οι μερικώς εμβολιασμένοι, που παρουσιάζουν μειωμένη αλλά συχνά σημαντική προστασία, ειδικά ως προς τη βαριά νόσηση και τα στελέχη του SARS-CoV-2 τα οποία επικρατούσαν στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα και πριν την εμφάνιση της παραλλαγής Δέλτα.

Παρακάτω βλέπουμε τα διαθέσιμα στοιχεία αποτελεσματικότητας μέχρι και τα μέσα Ιουλίου για μερικώς και πλήρως εμβολιασμένους, όπως παρατέθηκαν στη σχετική ανασκόπηση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC). Οι επίμαχες μελέτες εκτίμησαν την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού μέσω έγκυρων μεθοδολογιών που προαναφέραμε:

Στην έκθεση τονίζεται ότι ακόμα και όσον αφορά την πιο επικίνδυνη παραλλαγή Δέλτα, δύο δόσεις από τα εγκεκριμένα εμβόλια φαίνεται να προστατεύουν περίπου το ίδιο σε σχέση με τα προηγούμενα στελέχη, με την προστασία από βαριά νόσηση να προσεγγίζει ή υπερβαίνει το 90%.

Επίσης, η αποτελεσματικότητα του πλήρους εμβολιασμού μπορεί να υποτιμάται ελαφρώς και από το γεγονός ότι στους μη πλήρως εμβολιασμένους, συμπεριλαμβάνεται και ένα μέρος από άτομα που νόσησαν με COVID-19 το 2020, και δεν είχαν εμβολιαστεί πλήρως μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του επίμαχου γραφήματος. Το μέγεθος των ατόμων που νόσησαν αναμένεται να υποτιμάται και τα διαθέσιμα στοιχεία υποστηρίζουν γενικά σημαντική προστασία τους από εκ νέου νόσηση, και χωρίς εμβολιασμό, παρότι μία επιπλέον δόση εμβολιασμού ενδέχεται να προσφέρει πιο αξιόπιστη προστασία.

Ακόμη, χρειάζεται να αναφέρουμε ότι υπάρχει μια μικρή διαφοροποίηση στον αριθμό των εμβολιασμών που αναφέρεται στο γράφημα και στα στατιστικά του emvolio.gov.gr: ενώ στο γράφημα γίνεται λόγος για 4880967 πλήρως εμβολιασμένους στις 26-7-2021, στην ιστοσελίδα αναφέρονται 4943131, μια διαφορά 66 χιλιάδων ατόμων. Παράλληλα, και τα στατιστικά των πλήρως εμβολιασμένων που αναρτώνται στην αντίστοιχη πλατφόρμα της ΕΕ ανά εβδομάδα δεν ταυτίζονται με αυτά του emvolio.gov.gr. Επιβεβαιώσαμε ότι οι ασυμφωνίες δεν οφείλονται στους εμβολιασμούς των ανηλίκων οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στην πρώτη και στην τρίτη περίπτωση, καθώς αυτοί ξεκίνησαν στις 15-7-2021 με το εμβόλιο των Pfizer/BioNTech, και έτσι δεν υπήρχαν πλήρως εμβολιασμένοι ανήλικοι στις 26-7-2021. Ενώ η εν λόγω ασυμφωνία δεν επιτρέπει τις πλέον ακριβείς εκτιμήσεις αποτελεσματικότητας, η διαφοροποίηση που προκαλεί αναμένεται αμελητέα, καθώς αντιστοιχεί μόνο στο 1.2% των πλήρως εμβολιασμένων.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως τα επίμαχα ευρήματα αφορούν κυρίως το εμβόλιο των Pfizer/BioNTech (Comirnaty), που μέχρι τα τέλη Ιουλίου, κάλυπτε το 72.5% των συνολικών χορηγήσεων στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά στατιστικά.

Συμπέρασμα

Το επίμαχο γράφημα του ΕΟΔΥ δεν λαμβάνει υπόψη πολλές πιθανές διαφορές μεταξύ των πλήρως εμβολιασμένων και μη ατόμων, ενώ δεν εκτιμά ορθά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού κατά της COVID-19. Χαρακτηριστικά, δεν συνυπολογίζει τη σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης των μη πλήρως εμβολιασμένων, γεγονός που υπερτιμά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού. Ωστόσο, ακόμα και όταν λαμβάνεται υπόψη αυτή η παρατήρηση, η προστασία παραμένει άνω του 85% ενώ θα μπορούσε να είναι ακόμη υψηλότερη σε πιο ορθές συγκρίσεις. Παράλληλα, ανασκόπηση του ECDC επιβεβαιώνει πως, παρότι ο εμβολιασμός δεν φτάνει συχνά το 97-99% αποτελεσματικότητας που επικαλείται το επίμαχο γράφημα, παραμένει πολύ υψηλός έπειτα από δύο δόσεις εμβολιασμού, ειδικά ως προς τη βαριά νόσηση.

Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πληροφορικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης (ΕΣΗΕΜ-Θ). Κατά την πανδημία της COVID-19, εστίασε στην έρευνα της ψευδοεπιστημονικής παραπληροφόρησης.