Ισχυρισμός
Η ανθρώπινη ψυχή ζυγίζει 21 γραμμάρια, αφού τη στιγμή του θανάτου κάθε άνθρωπος χάνει 21 γραμμάρια βάρους, τα οποία οι επιστήμονες δεν μπορούν να εξηγήσουν.
Συμπέρασμα
Πρόκειται για αστικό μύθο που διαδίδεται τα τελευταία χρόνια μέσω του διαδικτύου, παλαιότερα από στόμα σε στόμα. Βασίζεται σε πείραμα που επιχείρησε ο Αμερικανός ιατρός Duncan MacDougal στις αρχές του 20ου αιώνα, το οποίο όμως στηρίχθηκε σε εσφαλμένη μεθοδολογία. Ο MacDougal μελέτησε την αυξομείωση βάρους έξι ατόμων πριν και μετά τον θάνατο, με τα δεδομένα των δύο εξ αυτών τελικά να απορρίπτονται. Στα υπόλοιπα τέσσερα άτομα παρατηρήθηκε απώλεια βάρους, η οποία ωστόσο διέφερε σημαντικά μεταξύ των ατόμων όσον αφορά το μέγεθος της απώλειας, γεγονός που παραδέχτηκε ο ίδιος ο ιατρός. Μόνο σε μια εξ αυτών παρατηρήθηκε απώλεια βάρους 0,75 ουγγιές, περίπου 21 γραμμάρια, που αναφέρεται στον μύθο. Το μικρό δείγμα, η έλλειψη συνέπειας των αποτελεσμάτων, η αυξημένη πιθανότητα λάθους, καθώς και η αδυναμία της ομάδας του MacDougal να προσδιορίσουν τον ακριβή χρόνο θανάτου, έναν από τους βασικότερους παράγοντες, καθιστά τα πειράματα του και τα αποτελέσματα τους επιστημονικά ανακριβή και μη αξιόπιστα.
Σημαντική διάδοση γνωρίζει τα τελευταία χρόνια ο ισχυρισμός πως επιστημονικό πείραμα, που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη ψυχή ζυγίζει 21 γραμμάρια, αφού τη στιγμή του θανάτου κάθε άνθρωπος υποτίθεται ότι χάνει 21 γραμμάρια βάρους. Ο ισχυρισμός αναπαράγεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε ιστοσελίδες αλλά και σε αναρτήσεις στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ενώ χρόνια πριν την άνθηση του διαδικτύου διαδιδόταν από στόμα σε στόμα. Την 1η Οκτωβρίου 2024 ο ισχυρισμός αναπαράχθηκε και στο τηλεοπτικό παιχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;» από τον παρουσιαστή Γρηγόρη Αρναούτογλου. Όπως θα δούμε στη συνέχεια όμως, πρόκειται για αστικό μύθο, ο οποίος βασίστηκε σε μια σειρά πειραμάτων με εσφαλμένη μεθοδολογία στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ο ισχυρισμός, όπως εκφράστηκε από τον παρουσιαστή Γρηγόρη Αρναούτογλου στην εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ANT1 «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;» την 1η Οκτωβρίου 2024:
Εκτός από την πρόσφατη αναπαραγωγή του μύθου στην εκπομπή, τον συναντάμε τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο, τόσο σε ιστοσελίδες όσο και σε αναρτήσεις κοινωνικών δικτύων:
Παραδείγματα δημοσιευμάτων: pronews.gr, iefimerida.gr, choratouaxoritou.gr
Παραδείγματα αναρτήσεων στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης:
Τι ισχύει:
Ο υπό εξέταση μύθος διαδίδεται τόσο μέσω του διαδικτύου αλλά και από στόμα σε στόμα εδώ και δεκαετίες, ενώ τo 2003 αποτέλεσε έμπνευση για την ομώνυμη ταινία του σκηνοθέτη Alejandro G. Iñárritu. Σε πολλές εκδοχές του μύθου διαβάζουμε, επίσης, πως η σύγχρονη επιστήμη δεν έχει καταφέρει να καταρρίψει την υπόθεση των 21 γραμμαρίων, κάτι που όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν ισχύει.
Όπως διαβάζουμε σε σχετικό άρθρο του αμερικανικού επιστημονικού περιοδικού “Discover”, με τίτλο “The Man Who Tried to Weigh the Soul” (στα Ελληνικά: «Ο άνθρωπος που προσπάθησε να ζυγίσει την ψυχή»), το 1907 o Duncan MacDougal, ένας γιατρός από την Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, διεξήγαγε μια σειρά πειραμάτων με σκοπό να ερευνήσει την υπόθεση πως η ανθρώπινη ψυχή έχει μάζα και πως αυτή μπορεί να ζυγιστεί.
Μέσα από μια σειρά λεπτομερώς καταγεγραμμένων πειραμάτων, στα οποία μάλιστα επιχείρησε να καταγράψει κάθε μεταβλητή που τυχόν επηρέαζε τα αποτελέσματα του, όπως τις απώλειες σωματικών υγρών και αερίων, τον αέρα που διαφεύγει από τους πνεύμονες, ακόμα και την εξάτμιση του ιδρώτα κατά τη στιγμή του θανάτου, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η ανθρώπινη ψυχή ζύγιζε 0,75 ουγγιές, ή 21,26 γραμμάρια.
Τον Μάρτιο του 1907 ο MacDougal δημοσίευσε τα πειράματα και τα συμπεράσματά του στο επιστημονικό περιοδικό American Medicine, δίνοντας στη δημοσίευση τον τίτλο “Hypothesis Concerning Soul Substance Together with Experimental Evidence of The Existence of Such Substance” (στα Ελληνικά: «Υπόθεση σχετικά με την ουσία της ψυχής μαζί με πειραματικές αποδείξεις για την ύπαρξη τέτοιας ουσίας»). Η είδηση για τα αποτελέσματα των πειραμάτων του δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα The New York Times τον ίδιο μήνα:

Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons via discovermagazine.com
Σχεδόν αμέσως προκλήθηκαν αντιδράσεις από συναδέλφους του MacDougall, όπως δείχνει αλληλογραφία που έλαβε το επιστημονικό περιοδικό American Medicine από άλλο ιατρό, σε μια «διαμάχη» που διήρκησε από τον Μάρτιο έως τον Δεκέμβριο, όπως περιγράφει στο βιβλίο της, “Stiff: The Curious Lives of Human Cadavers“, η συγγραφέας Mary Roach:
Ο συνάδελφος γιατρός της Μασαχουσέτης Augustus P. Clarke κατέκρινε τον MacDougall επειδή απέτυχε να λάβει υπόψη την ξαφνική αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κατά τον θάνατο, όταν το αίμα σταματά να ψύχεται με αέρα μέσω της κυκλοφορίας του στους πνεύμονες. Ο Clarke υποστήριξε ότι η εφίδρωση και η εξάτμιση της υγρασίας που προκαλείται από αυτή την αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος θα ευθύνονταν τόσο για την πτώση του βάρους των ανθρώπων όσο και για την αποτυχία των σκύλων να καταγράψουν πτώση του βάρους. (Οι σκύλοι δροσίζονται λαχανιάζοντας, όχι ιδρώνοντας – σσ: οπότε δεν μπορεί να προκληθεί απώλεια βάρους από τον ιδρώτα). Ο MacDougall αντέκρουσε ότι χωρίς κυκλοφορία, δεν μπορεί να έλθει αίμα στην επιφάνεια του δέρματος και επομένως δεν συμβαίνει επιφανειακή ψύξη. Η διαμάχη συνεχίστηκε από το τεύχος Μαΐου μέχρι τον Δεκέμβριο…
Η μεθοδολογία του MacDougal και τα σφάλματά της
Όπως αναφέρει σε σχετικό άρθρο του ο ιστότοπος ελέγχου ειδήσεων Snopes.com, o MacDougall κατασκεύασε ένα ειδικό κρεβάτι στο γραφείο του, το οποίο είχε ευαισθησία έως και τα δύο δέκατα της ουγγιάς (5,6 γραμμάρια). Χρησιμοποίησε το κρεβάτι αυτό για να εξετάσει έξι ασθενείς που βρίσκονταν στο τελικό στάδιο διάφορων ανίατων ασθενειών, όπως φυματίωση και διαβήτη, και έλαβε μετρήσεις πριν τον θάνατο, κατά τη διάρκεια του θανάτου και μετά τον θάνατο. Έπειτα, αποπειράθηκε να εξαλείψει ως μεταβλητές όσες φυσιολογικές εξηγήσεις μπορούσαν να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα αυξομείωσης του βάρους που κατέγραψε.
O ίδιος έγραψε τα εξής σχετικά με τη μεθοδολογία του:
Η άνεση του ασθενούς φροντιζόταν με κάθε τρόπο, αν και ήταν σχεδόν ετοιμοθάνατος όταν τον τοποθετούσαν στο κρεβάτι. Έχασε βάρος αργά με ρυθμό 1 ουγγιά (σσ: 28,34 γραμμάρια) την ώρα λόγω της εξάτμισης της υγρασίας στην αναπνοή και της εξάτμισης του ιδρώτα.
Κατά τη διάρκεια και των τριών ωρών και σαράντα λεπτών κράτησα το άκρο της δοκού ελαφρώς πάνω από την ισορροπία κοντά στην επάνω οριακή ράβδο για να κάνω τη δοκιμή πιο καθοριστική εάν έπρεπε να έρθει.
Στο τέλος των τριών ωρών και σαράντα λεπτών εξέπνευσε και ξαφνικά συνέπεσε με το θάνατο το άκρο της δοκού έπεσε με ένα ηχητικό χτύπημα στην κάτω οριακή μπάρα και παραμένοντας εκεί χωρίς ανάκαμψη. Η απώλεια διαπιστώθηκε ότι ήταν τρία τέταρτα της ουγγιάς (σσ: 21,26 γραμμάρια).
Αυτή η απώλεια βάρους δεν θα μπορούσε να οφείλεται στην εξάτμιση της αναπνευστικής υγρασίας και του ιδρώτα, γιατί αυτό είχε ήδη καταγραφεί πως συνεχιζόταν, στην περίπτωσή του, με ρυθμό ένα εξήντα της ουγγιάς (σσ: 0,47 γραμμάρια) ανά λεπτό, ενώ αυτή η απώλεια ήταν ξαφνική και μεγάλη, τρία τέταρτα της ουγγιάς σε λίγα δευτερόλεπτα. Τα έντερα δεν κουνήθηκαν. Αν είχαν μετακινηθεί, το βάρος θα είχε παραμείνει στο κρεβάτι, εκτός από μια αργή απώλεια από την εξάτμιση της υγρασίας, ανάλογα, φυσικά, με τη ρευστότητα των κοπράνων. Η κύστη εκκενώθηκε ένα ή δύο δράμια ούρων (σσ: 3,2 – 6,4 γραμμάρια). Αυτά παρέμειναν πάνω στο κρεβάτι και θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει το βάρος μόνο με αργή σταδιακή εξάτμιση και επομένως σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να εξηγήσουν την ξαφνική απώλεια.
Έμεινε μόνο ένα κανάλι απώλειας για εξερεύνηση, η εκπνοή όλων εκτός από τον υπολειπόμενο αέρα στους πνεύμονες. Ανεβαίνοντας ο ίδιος στο κρεβάτι, ο συνάδελφός μου έβαλε τη δοκό στην πραγματική ισορροπία. Η έμπνευση και η εκπνοή του αέρα όσο το δυνατόν πιο δυνατά από εμένα δεν είχαν καμία επίδραση στη δέσμη. Ο συνάδελφός μου ανέβηκε στο κρεβάτι και έβαλα τη δοκό σε ισορροπία. Η βίαιη έμπνευση και εκπνοή αέρα από την πλευρά του δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε σίγουρα μια ανεξήγητη απώλεια βάρους τριών τέταρτων της ουγγιάς. Είναι η ουσία της ψυχής; Πώς αλλιώς να το εξηγήσουμε;
Ο MacDougall στη συνέχεια επανέλαβε το ίδιο πείραμά του, αυτή τη φορά όχι με ανθρώπους αλλά με δεκαπέντε σκύλους, στους οποίους δεν κατέγραψε καμία απώλεια βάρους:
Τα ίδια πειράματα διεξήχθησαν σε δεκαπέντε σκύλους, περιτριγυρισμένοι με κάθε προφύλαξη για την απόκτηση ακρίβειας και τα αποτελέσματα ήταν ομοιόμορφα αρνητικά, χωρίς απώλεια βάρους κατά το θάνατο.
Το Snopes εξηγεί πως το αποτέλεσμα αυτό ουσιαστικά επιβεβαίωσε στον MacDougall την υπόθεση πως στα πρώτα πειράματά του μέτρησε το βάρος της ανθρώπινης ψυχής καθώς, όπως αναφέρει το άρθρο, σύμφωνα με το θρησκευτικό δόγμα του τα ζώα δεν έχουν ψυχή:
Ο MacDougall επανέλαβε το πείραμά του με δεκαπέντε σκύλους και παρατήρησε ότι «τα αποτελέσματα ήταν ομοιόμορφα αρνητικά, χωρίς απώλεια βάρους κατά τον θάνατο». Αυτό το αποτέλεσμα φαινομενικά επιβεβαίωσε την υπόθεση του MacDougall ότι η απώλεια βάρους που καταγράφηκε καθώς οι άνθρωποι πέθαναν οφειλόταν στην απομάκρυνση της ψυχής από το σώμα, αφού (σύμφωνα με το θρησκευτικό του δόγμα) τα ζώα δεν έχουν ψυχή.
Στην πραγματικότητα όμως, εξετάζοντας τα αρχικά πειράματα του MacDougall, όπως ο ίδιος τα περιγράφει στη δημοσίευσή του, βλέπουμε πως τα αποτελέσματά τους κάθε άλλο παρά σταθερά είναι. Στη σύνοψή τους, το Snopes αναφέρει πως «αυτά δεν ήταν καθόλου συνεπή καθώς διέφεραν σε μεγάλο βαθμό στις μισές περιπτώσεις δοκιμών του»: από τα έξι συνολικά πειράματα, δύο έπρεπε να απορριφθούν, ένα έδειξε άμεση πτώση βάρους, δύο έδειξαν άμεση πτώση βάρους που αυξανόταν με την πάροδο του χρόνου, και ένα έδειξε άμεση πτώση βάρους που αντιστράφηκε αλλά αργότερα επανεμφανίστηκε. Τα εν λόγω αποσπάσματα από τη δημοσίευση του MacDougall είναι τα εξής:
- “συνέπεσε με το θάνατο… η απώλεια διαπιστώθηκε ότι ήταν τρία τέταρτα της ουγγιάς.”
- “Το βάρος που χάθηκε βρέθηκε να είναι μισή ουγγιά. Στη συνέχεια ο συνάδελφός μου ακρόασε την καρδιά και τη βρήκε σταματημένη. Προσπάθησα ξανά και η απώλεια ήταν μιάμιση ουγγιά και πενήντα κόκκους.”
- «Το τρίτο μου κρούσμα έδειξε απώλεια βάρους μισής ουγγιάς που συνέπεσε με το θάνατο, και μια επιπλέον απώλεια 1 ουγγιάς λίγα λεπτά αργότερα».
- “Στην τέταρτη περίπτωση, δυστυχώς, η ζυγαριά μας δεν ήταν καλά προσαρμοσμένη και υπήρξε μεγάλη παρέμβαση από ανθρώπους που ήταν αντίθετοι με τη δουλειά μας… Θεωρώ ότι αυτό το τεστ δεν έχει καμία αξία.”
- “Η πέμπτη περίπτωση μου έδειξε μια ευδιάκριτη πτώση στη δέσμη περίπου στα τρία όγδοα της ουγγιάς, η οποία δεν μπορούσε να υπολογιστεί. Αυτό συνέβη ακριβώς ταυτόχρονα με τον θάνατο, αλλά περιέργως όταν ανέβασε τη δοκό ξανά με βάρη και αργότερα την αφαίρεσε, η δέσμη δεν επανήλθε για το πλήρες χρονικό διάστημα των δεκαπέντε λεπτών».
- “Η έκτη και τελευταία μου περίπτωση δεν ήταν μια δίκαιη εξέταση. Ο ασθενής πέθανε σχεδόν μέσα σε πέντε λεπτά αφότου τοποθετήθηκε στο κρεβάτι και πέθανε ενώ ρύθμιζα τη δέσμη.”
Επιπροσθέτως, το δημοσίευμα τονίζει πως ακόμη και αυτά τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, καθώς η πιθανότητα πειραματικού λάθους ήταν εξαιρετικά υψηλή, ιδίως επειδή ο MacDougall και η ομάδα του σε κάποιες περιπτώσεις δυσκολεύονταν να προσδιορίσουν την ακριβή στιγμή του θανάτου, έναν από τους βασικότερους παράγοντες στα πειράματά αυτά. Όπως γράφει σε κάποια σημεία η δημοσίευση του MacDougall:
- “Στα δεκαοκτώ λεπτά που μεσολάβησαν από τη στιγμή που σταμάτησε να αναπνέει μέχρι να είμαστε σίγουροι για τον θάνατο”.
- “Ο θάνατός του ήταν πολύ σταδιακός, έτσι ώστε είχαμε μεγάλες αμφιβολίες από τα συνηθισμένα στοιχεία για να πούμε ακριβώς ποια στιγμή πέθανε”.
Στο κείμενό του μάλιστα, ο ίδιος ο MacDougall αναφέρει πως τα ευρήματά του θα πρέπει να επιβεβαιωθούν μέσω πειραμάτων προκειμένου να αποδειχθεί πως ο θάνατος συνδέεται με συγκεκριμένη απώλεια βάρους, η οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί:
Γνωρίζω ότι θα πρέπει να γίνει ένας μεγάλος αριθμός πειραμάτων για να μπορέσει να αποδειχθεί το θέμα πέρα από κάθε πιθανότητα λάθους, αλλά εάν περαιτέρω και επαρκής πειραματισμός αποδείξει ότι υπάρχει απώλεια ουσίας στον θάνατο και δεν οφείλεται σε γνωστούς τρόπους απώλειας, η διαπίστωση μιας τέτοιας αλήθειας δεν μπορεί να μην είναι υψίστης σημασίας.
Ο αστικός μύθος των 21 γραμμαρίων στη σύγχρονη επιστήμη
Αν και δεν πραγματοποιήθηκαν ανάλογα πειράματα από τότε σε ανθρώπους, τον Δεκέμβριο του 2001 ο φυσικός Lewis E. Hollander Jr. δημοσίευσε τα αποτελέσματα ενός παρόμοιου πειράματος στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Scientific Exploration. Σύμφωνα με την περίληψη της δημοσίευσης, ο Hollander Jr. μελέτησε δώδεκα ζώα, συγκεκριμένα ένα κριάρι, επτά πρόβατα, τρία αρνιά και ένα κατσίκι. Τη στιγμή του θανάτου παρατήρησε παροδική αλλά ανεξήγητη πρόσληψη βάρους από 18 έως 780 γραμμάρια για 1 έως 6 δευτερόλεπτα σε επτά ενήλικα πρόβατα, αλλά όχι στα υπόλοιπα αρνιά ή τα κατσίκια, ενώ δεν παρατηρήθηκε μόνιμη αλλαγή βάρους κατά τον θάνατο.
Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο Guardian, σχετικά με τον ίδιο μύθο, o παθολόγος Robert Stern, που τότε δούλευε στο Πανεπιστήμιο της California στο San Francisco, δήλωσε πως τα πειράματα του MacDougall «αντιμετωπίζονται τώρα με απτή αμηχανία» και «απλά δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη» από την επιστημονική κοινότητα. Σχετικά με την υποτιθέμενη απώλεια βάρους κατά το θάνατο, ανέφερε χαρακτηριστικά το εξής:
«Αντιμετωπίζω τον θάνατο εδώ και 45 χρόνια και μπορώ να πω με λίγη σιγουριά ότι δεν ισχύει»
Όπως εξήγησε ο Stern, η απώλεια βάρους μετά το θάνατο είναι φυσιολογική και δεν οφείλεται μόνο στην απώλεια σωματικών υγρών, και άλλων παραγόντων που γνώριζε ο MacDougall κατά τη διεξαγωγή των πειραμάτων του, αλλά και στη διάσπαση του ίδιου του σώματος σε κυτταρικό επίπεδο:
[…] ο Stern επισημαίνει ότι τα νεκρά σώματα χάνουν πολύ βάρος με την πάροδο του χρόνου. Μικροσκοπικές, μεσοκυτταρικές δομές που ονομάζονται λυσοσώματα απελευθερώνουν ένζυμα που διασπούν το σώμα σε αέρια και υγρά. «Γι’ αυτό, όταν έχεις ομαδικούς τάφους, μπορεί να πάθεις εκρήξεις λόγω όλης της συσσώρευσης αερίου», λέει. «Σκεφτείτε μόνο εάν τα σώματά μας δεν χαλούσαν. Όλοι όσοι είχαν ζήσει ποτέ στο πρόσωπο στη Γη θα ήταν ακόμα εδώ».
Όπως εξηγεί ο ιστότοπος του Εθνικού Ινστιτούτου Ερευνών Ανθρώπινου Γονιδιώματος των ΗΠΑ, τα λυσοσώματα ή λυσοσωμάτια είναι κυτταρικά οργανίδια που συνδέονται με τη μεμβράνη των κυττάρων και περιέχουν πεπτικά ένζυμα. Εμπλέκονται σε διάφορες κυτταρικές διεργασίες, διασπούν τα πλεονάζοντα ή φθαρμένα μέρη των κυττάρων, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καταστροφή ιών και βακτηρίων που εισβάλλουν. Εάν το κύτταρο έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη ή στην προκειμένη περίπτωση κατά τον θάνατο, τα λυσοσώματα μπορούν να το βοηθήσουν στην καταστροφή ή την διάσπασή του, σε μια διαδικασία που ονομάζεται προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος ή απόπτωση στην περίπτωση μεμονωμένων κυττάρων, ενώ στην περίπτωση θανάτου ονομάζεται αυτόλυση.
Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε πως τα λυσοσώματα ανακαλύφθηκαν το 1955, αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του MacDougal το 1920, αποτελούν δηλαδή παράγοντα που δεν ήταν γνωστός στην εποχή της διεξαγωγής των πειραμάτων του. Η διαδικασία της αυτόλυσης ξεκινά περίπου 4 λεπτά μετά τον θάνατο, ωστόσο η συμβολή της στα αποτελέσματα δεν μπορεί να αξιολογηθεί, καθώς η βιολογική διαδικασία μετά τον θάνατο διαρκεί αρκετές ημέρες, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που μελέτησε ο MacDougal.
Συμπέρασμα
Ο ισχυρισμός πως η ανθρώπινη ψυχή ζυγίζει 21 γραμμάρια και πως κατά τον θάνατο παρατηρείται απώλεια βάρους 21 γραμμαρίων είναι αστικός μύθος που διαδίδεται τα τελευταία χρόνια μέσω του διαδικτύου, παλαιότερα από στόμα σε στόμα. Βασίζεται σε πείραμα που επιχείρησε ο Αμερικανός ιατρός Duncan MacDougal στις αρχές του 20ου αιώνα, το οποίο όμως στηρίχθηκε σε εσφαλμένη μεθοδολογία. Ο MacDougal μελέτησε την αυξομείωση βάρους έξι ατόμων πριν και μετά τον θάνατο, με τα δεδομένα των δύο εξ αυτών τελικά να απορρίπτονται. Στα υπόλοιπα άτομα τέσσερα παρατηρήθηκε απώλεια βάρους, η οποία ωστόσο διέφερε σημαντικά μεταξύ των ατόμων όσον αφορά το μέγεθος της απώλειας, γεγονός που παραδέχτηκε ο ίδιος ο ιατρός. Μόνο σε μια εξ αυτών παρατηρήθηκε απώλεια βάρους 0,75 ουγγιές, περίπου 21 γραμμάρια, που αναφέρεται στον μύθο. Το μικρό δείγμα, η έλλειψη συνέπειας των αποτελεσμάτων, η αυξημένη πιθανότητα λάθους, καθώς και η αδυναμία της ομάδας του MacDougal να προσδιορίσουν τον ακριβή χρόνο θανάτου, έναν από τους βασικότερους παράγοντες, καθιστά τα πειράματα του και τα αποτελέσματα τους επιστημονικά ανακριβή και μη αξιόπιστα.

Ευαίσθητο περιεχόμενο



Ευαίσθητο περιεχόμενο
Ευαίσθητο περιεχόμενο
Ευαίσθητο περιεχόμενο
Ευαίσθητο περιεχόμενο






